Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

μεγαλες ιστοριες

τωρα το καλοκαιρι, επειδη εχω λευκη κ πρεπει να προφυλαγομαι απο την εντονη ηλιοφανεια, κυκλοφορω παντα τη μερα με καπελο. παλιοτερα με εκνευριζαν αφανταστα αυτοι οι λεκεδες πανω στο προσωπο μου, αλλα οπως λεει κ ενας φιλος μου γιατρος, απο ολα τα αυτοανοσα μού ετυχε το πιο ακινδυνο, οποτε εχω παψει να γκρινιαζω.
για καποιον λογο, οποτε μπαινω να ψωνισω σε καποιο μαγαζι φορωντας το καπελο μου, οι πωλητες με περνανε για ξενο κ αρχιζουν να μου μιλανε στα αγγλικα για να με εξυπηρετησουν. συνηθως τους διακοπτω λεγοντας τους ενα ξενερωτικο "ελληνας ειμαι" κ δεν τους αφηνω να αξιοποιησουνε το λοουερ τους. καμια φορα, αμα εχω ορεξη, παριστανω για λιγο τον τουριστα, αλλα επειδη τα αγγλικα μου ειναι τραγικα, δεν με καταλαβαινουν, οποτε, κ για να μην ομολογησω την απατη μου, αναγκαζομαστε να συνεχισουμε την κουβεντα μας στη νοηματικη κ στο τελος φευγω εχοντας αγορασει κατι τελειως αχρηστο, το οποιο ομως θα μπορουσε να κανει πολυ μεγαλη εντυπωση στους φιλους μου, εκει στην αγνωστη κ εξωτικη χωρα, απο οπου κ υποτιθεται πως εχω ερθει.
το σαββατο, που μπηκα σε εναν φουρνο να παρω κατι για να φαω, παρασυρθηκα απο το "καν αϊ χελπ γιου" της φουρναρισσας κ ειπα να ζησω ξανα για λιγο τον μυθο στην ελλαδα. επειδη, ομως, η προφορα μου της θυμισε μαλλον κατι οικειο, φανηκε να ενθουσιαζεται κ με ρωτησε σε μια γλωσσα ακατανοητη κατι που εγω αυθαιρετα μετεφρασα ως: "πού εισαι, ρε πατριδα; πώς βρεθηκες εσυ εδω;" "πού να σου εξηγω.. μεγαλη ιστορια", της απαντησα, παντα σε αυτα που εγω θεωρω ως αγγλικα, κ εφυγα βιαστικα, σκορπωντας ενα σωρο ερωτηματικα ξωπισω μου. λιγο αργοτερα, κ μασουλωντας το τυροψωμο που ειχα μολις αγορασει, σκεφτηκα οτι απο ολες τις φορες που εχω παραστησει τον παραξενο ταξιδιωτη, αυτη ηταν κ η πιο αυθεντικη, αφου αυτο το "μεγαλη ιστορια", που ειπα ως υπεκφυγη, ισχυει μια χαρα κ για απαντηση σε ολα τα "πώς βρεθηκες εσυ εδω;" του κοσμου.
αλλωστε, κ ο φιλος μου ο γιατρος, που ειναι κ επιστημων ανθρωπος, οταν τον ρωτουσα στην αρχη πώς εμφανιστηκε η λευκη, ετσι απο το πουθενα, στα μουτρα μου, κατι τετοιες αοριστες, μα τελικα πολυ σωστες, απαντησεις θυμαμαι πως μου εδινε.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

λιωμενες σοκολατες

σταματαω στο ψιλικατζιδικο να παρω καπνο. μπροστα μου ενας ηλικιωμενος διαλεγει σοκολατες, μαλλον για τα εγγονια του. στο μαγαζι βρισκεται επισης μια κοπελα, ντυμενη στα πρασινα, που κανει προμοσιον καποια μαρκα τσιγαρων. η κοπελα ρωταει τον παππου το τυπικο "καπνιζετε;", προκειμενου μετα να πει το ποιημα της.
εκεινος αρχιζει να της λεει: "καπνιζα παλια, αλλα το εκοψα, πανε 20 χρονια. προβληματα με την υγεια δεν ειχα. οχι απο το τσιγαρο, δηλαδη. αλλα να, μου γκρινιαζε συνεχεια η κυρα κ αναγκαστηκα.. δηλαδη, δεν το εκοψα μαχαιρι. στην αρχη καπνιζα κρυφα εξω απο το σπιτι, αλλα αυτη, η πονηρη, μυριζε τα ρουχα μου μετα κ παντοτε με καταλαβαινε. υστερα, την εχασα.. κοντευουν 5 χρονια. στην αρχη, οταν χηρεψα, ειπα να το ξαναρχισω, αλλα καθε φορα που πηγαινα να αναψω, δεν ξερω, ενα περιεργο πραγμα, ρε κοριτσι μου, νομιζα οτι θα πεταχτει η συγχωρεμενη απο καμια γωνια κ θα με αρχισει παλι τον εξαψαλμο.."
ολοι, το κοριτσι με τα πρασινα, ο ψιλικατζης, εγω, ο επομενος πελατης, που περιμενει τωρα πισω μου, στεκομαστε αδιαμαρτυρητα κ τον ακουμε να αφηγειται αργα κ βασανιστικα την ιστορια του. εκεινος καταλαβαινει οτι το εχει παρακανει κ σταματαει αποτομα ρωτωντας αυτη τη φορα πιο χαμηλοφωνα: "εσυ, κοριτσι μου, καπνιζεις;" αυτη χαμογελαει αμηχανα. ο γερος κοιταζει τα χερια της μικρης κ βγαζει τα συμπερασματα του: "αμα καπνιζεις, να βρεις ενα καλο παιδι να σου το κοψει το ρημαδι. αλλιως να βρεις ενα ακομα πιο καλο, που να αξιζει να το αρχισεις για χαρη του."
το αιρκοντισιον στο ψιλικατζιδικο δουλευει στο φουλ. οι σοκολατες, ωστοσο, στα χερια του παππου λιωνουν μαζι με τη φωνη του.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

θηρια τριημερα

οταν ημουν στη μαδριτη, ηταν ενα καλοκαιρινο τριημερο οπου ειχε αδειασει ολοκληρη η πολη κ εγω ειχα μεινει μονος σχεδον στο σπιτι κ στη γειτονια, αφου ακομα δεν ειχα αποφασισει αν θα επρεπε να συμπεριφερομαι ως κατοικος ή ως τουριστας. καποια στιγμη, κατα τη διαρκεια του τριημερου, ξεμεινα απο καπνο κ αναγκαστηκα να βγω για να ψαξω ανοιχτο εστανκο. εμενα τοτε στον τελευταιο οροφο μιας παλιας πολυκατοικιας, χωρις ασανσερ, κ με τον καυσωνα της καστιλλης να βαραει κατι σαρανταρια ανελεητα, απεφευγα γενικα, μεχρι να πεσει ο ηλιος, τις ασκοπες μετακινησεις.
κατεβαινοντας τη σκαλα προς το ισογειο, μου εκανε, θυμαμαι, πολυ μεγαλη εντυπωση οτι απο ολα τα διαμερισματα ακουγοταν μουσικη. ακομα κ απο εκεινα οπου στεγαζονταν γραφεια κ που τις αλλες τις μερες, τις κανονικες, ητανε παντα σιωπηλα κ εμοιαζαν ακατοικητα. καπνοπωλειο ανοιχτο δεν βρηκα πουθενα. βρηκα ομως ενα συνοικιακο καφε που πουλουσε κ τσιγαρα, κ επειδη ειχα ηδη εξαντληθει απο την αναζητηση, καθισα στο μπαρ κ παρηγγειλα εναν αμερικανο κον ιελο. επιασα κ κουβεντα με τον τυπο που το κρατουσε, με τοσο ενθουσιασμο που ηταν σαν να εξετιε ποινη, κ απο αυτον εμαθα οτι οι μαδριλενοι συνηθιζουν, οταν φευγουν απο την πολη για διακοπες, να αφηνουν ανοιχτα τα ραδιοφωνα τους για να τα ακουν οι επιδοξοι διαρρηκτες τους, να νομιζουν πως ειναι ακομα εκει κ να αποθαρρυνονται. αμεσως σκεφτηκα ποσο παραλογο ειναι αυτο το κολπο, αφου δεν μπορει οι ισπανοι διαρρηκτες να ειναι τοσο πια χαζοι που να μην το εχουν καταλαβει.
οταν επεστρεψα στο σπιτι, συνειδητοποιησα οτι το μονο διαμερισμα στην πολυκατοικια μας απο οπου δεν ακουγοταν μουσικη ητανε το δικο μου κ εσπευσα να βαλω στο λαπτοπ μου να παιζει μια λιστα. ητανε πια απογευμα κ το κτηριο απεναντι ειχε αρχισει να ριχνει τη σκια του επανω στο μπαλκονι μου. πηρα μια μπυρα απο το ψυγειο κ βγηκα εξω να χαζεψω λιγο την ερημια στον δρομο. η μουσικη απο ολα τα διαμερισματα της πολης, που εφτανε μεχρι εκει ψηλα, εμοιαζε τωρα σαν να δενει μεσα σε μια αστεια, αλλα κ σπαρακτικη ταυτοχρονα, αλλοκοτη αρμονια. σκεφτηκα ξανα τον τυπο με τον οποιο κουβεντιαζα νωριτερα στον μπαρ, τους αστεγους που συναντησα στον δρομο μου, εναν παππου που ειχα δει στο παρκο παρεα με τον σκυλο του, μια γυναικα με κοκκινο φορεμα εξω απο τη σταση του μετρο που τραγουδουσε μονη της, ακομα κ τους διαρρηκτες που ειχαν στο μεταξυ στησει αυτι εξω απο την πορτα μου. ολους αυτους που δεν μπορουσαν να πανε πουθενα. ολους αυτους, που απο αναγκη κ οχι απο καπριτσιο ή απο επιλογη, ειχαν εγκλωβιστει μεσα στα σπιτια τους κ μεσα στις ζωες τους.
κ τοτε βρηκε ανοιχτα κ τρυπωσε σαν αλλος διαρρηκτης μεσα στο κεφαλι μου η ιδεα οτι οι αδειες πολεις ανηκουν σε αυτους που περισσευουν πισω, οταν οι αλλοι, οι πολλοι, φευγουν κ τις εγκαταλειπουν, κατι τετοια καλοκαιρινα κ ανελεητα τριημερα

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

μεμεντο

χθες βραδυ εφαγα περιπου μια ωρα ψαχνοντας να βρω το αμαξι μου. μου συμβαινει αρκετα συχνα τελευταια να ξεχναω πού εχω παρκαρει. για αυτο κ σκεφτομαι να αρχισω να φωτογραφιζω την εκαστοτε σταθμευση μου, οπως εκανε κ ο τυπος στο μεμεντο. εκεινος, βεβαια, δεν θυμοταν καν ουτε τι αμαξι ειχε. ενταξει, δεν εχω φτασει ακομα σε τετοιο σημειο. απο την αλλη, ισως καποιος κακεντρεχης θα μπορουσε να πει οτι εβαλα το ανταμομπιλ στο εξωφυλλο του βιβλιου μου για να ειμαι σιγουρος οτι δεν προκειται ποτε να το ξεχασω.
με τις φωτογραφιες αυτες θα μπορουσα να φτιαξω μια ωραια συλλογη που να τη δειχνω στο μελλον στα παιδια μου κ να τους λεω: "να, εδω ειχα παρκαρει εκεινο το πρωινο του απριλιου. βλεπετε τις φουντωμενες μουριες στο πεζοδρομιο; πού να το βλεπατε μετα.. απο τα μεγαλυτερα πεδια βολης κουτσουλιων στην πολη.. εδω παλι το παρατησα εκεινη τη μερα του ιουνιου που ειχα αργησει κ βιαζομουνα. η κυριουλα που βλεπετε απο πανω, στο μπαλκονι, ειχε βγει για να μου πει οτι εδω απαγορευεται κ οτι θα μου το γραψουν.." τωρα που το σκεφτομαι μπορει να γυριστει μετα κ μια σειρα πανω σε αυτο το προτζεκτ κ να την πουν "χαου αϊ μετ αγκαιν μαϊ καρ" ή καπως ετσι.
χθες βραδυ, παντως, μου πηρε κοντα μια ωρα να βρω το αυτοκινητο μου. επειδη, οταν παρκαρα, αρκετες ωρες νωριτερα, δεν ειχα φροντισει ουτε φωτογραφια να το βγαλω ουτε πετραδακια να ριξω πισω μου ουτε να δεσω εναν σπαγκο στον καθρεφτη, για να ειμαι σιγουρος πως θα το ξαναβρω, εκανα μια τεραστια βολτα σχεδον σε ολοκληρο το κεντρο ψαχνοντας το. κατα τη διαρκεια αυτου του αναγκαστικου μεταμεσονυχτιου περιπατου συναντησα εναν παλιο φιλο που ειχα χρονια να τον δω, ανακαλυψα ενα καινουριο μπαρ που επαιζε μια ωραια οτιναναι μουσικη, παρατηρησα δυο-τρια φρεσκα κ ακατανοητα συνθηματα σε τοιχους κ διαπληκτιστηκα με ενα αδεσποτο, που μαλλον ειχε ενοχληθει απο το φαινομενικα ασκοπο σουλατσαρισμα μου. οταν το βρηκα τελικα, ειχα ηδη στο μεταξυ αποφασισει πως το επομενο βιβλιο μου θα πρεπει μαλλον να το ονομασω "με τα ποδια"

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

εις το ονομα της μητρος

ενας φιλος ανοιγει ενα μπαρ παραθαλασσιο, κ ενω τα εχει ολα ετοιμα σχεδον, εχει κολλησει στο ονομα που θα του δωσει. οσα ονοματα τού αρεσουνε ειναι ηδη πιασμενα κ οσα απο τα ελευθερα τού προτεινουμε τα βρισκει αχαρα, ανεπαρκη κ ακαταλληλα. χθες βραδυ, που τον βρηκα να κανει βολτα, οπως κ εγω, κατω στην παραλια, εκανα το λαθος να τον ρωτησω: "τι λεει; πώς παει με το αβαφτιστο;" "ασε μας, ρε φιλε", μου απαντησε πολυ εκνευρισμενος, "γραφεις βιβλια, ιστοριες, ανεβαζεις ενα σωρο εξυπναδες στο φουμπου κ εμενα ενα ονομα της προκοπης δεν μπορεις να μου βρεις για το μπαρακι μου.." η επιθεση του μπορω να πω οτι με στεναχωρησε κ ετσι αποφασισα να παρω το θεμα του λιγο πιο σοβαρα κ να τον βοηθησω. γυρισα σπιτι, καθισα στο γραφειο μου κ αρχισα να αναζητω το πιο εξυπνο, το πιο πρωτοτυπο, αλλα ταυτοχρονα κ εμπορικο, ονομα για μπητσομπαρο. μετα, που ενιωσα καπως να κουραζομαι, πηρα το λαπτοπ στο κρεβατι κ συνεχισα απο οριζοντια θεση πια την πυρετωδη αυτη αναζητηση. μετα, με πηρε ο υπνος. εκει, μεσα στον υπνο μου, ειδα ενα ονειρο πολυ αγχωτικο, πως ημουν ξαπλωμενος, λεει, σε μιαν ακτη εφιαλτικη κ με ειχαν περιτριγυρισει ολα τα τερατα των θαλασσων, τα τεκνα του πλοιαρχου γκραντ, μεδουσες, τσουχτρες, αστεριες, σκυλαδες κ σκυλοψαρα, ρακετες κ αντηλιακα, μαλακες κ μαλακια. ξυπνησα μες στη νυχτα καθιδρος. δοκιμασα ματαια να ξανακοιμηθω κ υστερα ανοιξα ξανα το λαπτοπ, μηπως κ βρω καποια ειδηση συναρπαστικη για να με νανουρισει. αντι για αυτο, ομως, βρηκα στο ινμποξ ενα μηνυμα απο τον μεχρι απο λιγες ωρες απεγνωσμενο φιλο μου: "ασε, μην κουραζεσαι.. το βρηκα μονος μου: θα το πω bar-bara, να χαρει κ η μανα μου, που δεν της εχω κανει ακομα εγγονη να ακουσει το ονομα της"

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

ατμοσφαιρικο

παω στο βουλκανιζατερ να αλλαξω λαστιχα. "εχεις πολλα χιλιομετρα", μου λεει ο μαστορας, "τι δουλεια κανεις;" (καθε φορα μου κανει την ιδια ακριβως ερωτηση) "γιατρος ειμαι", του απανταω. (καθε φορα του λεω κ κατι αλλο) "αληθεια; τι γιατρος;" εμπλεξα, σκεφτομαι κ αναρωτιεμαι με ποια ειδικοτητα θα ξεμπερδεψω πιο γρηγορα απο τις ερωτησεις του. "παιδιατρος", του λεω κ τον ξενερωνω μαλλον. "α.. παιδιατρος.. μαλακια.." "γιατι, ρε φιλε", αντιδρω σχεδον προσβεβλημενος. "τιποτα μωρε, ετσι.. κουβεντα να γινεται.." λιγο μετα, κ ενω ειναι σκυμμενος κατω απο το ανταμομπιλ, το ξανασκεφτεται. σηκωνεται, σταυρωνει τα χερια του κ με ξαναρωταει: "ο ερωτας ειναι παιδικη ασθενεια;" "οχι ακριβως", του απανταω οσο πιο επιστημονικα μπορω. "λαθος, παιδικη ειναι.. κ οσο πιο μικρος την περνας τοσο το καλυτερο. γαμω τα πτυχια σου, γιατρε", μου λεει κ με εναν αναστεναγμο εκπνεει μες στο μαγαζι καμια κατοσταρια ατμοσφαιρες τουλαχιστον