Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

μαστορεματα

παλιοτερα πιστευα οτι τα καλοκαιρια ο κοσμος παλαβωνει περισσοτερο απο τις αλλες εποχες. μετα, που εγινα κ εγω φανατικος των καλοκαιρινων σαββατοκυριατικων στην πολη, καταλαβα πως φταιει που οι λογικοι εξαφανιζονται στις παραλιες κ τις εξοχες τους, κ ετσι κανουν τους τρελους της γειτονιας να μοιαζουν περισσοτεροι.
σημερα το πρωι, που βγηκα μια βολτα, συναντησα στον δρομο μου τρεις τουλαχιστον ανθρωπους να μιλανε μονοι τους: ο πρωτος εβγαζε λογο στα περιστερια της πλατειας, ο δευτερος εβριζε κ βλαστημουσε τη σκια του κ ο τριτος, που παραμιλουσε σε καποια γλωσσα σλαβικη, νομιζω πως απηγγειλε ποιηση στο μανεκεν μιας βιτρινας.
γυριζοντας στο σπιτι, σταματησα στο ψιλακατζιδικο να παρω καπνο κ λεμοναδες. μπροστα μου ενα ζευγαρι ψωνιζε προφυλακτικα. ο τυπος που κρατουσε το μαγαζι τους γκρινιαζε που δεν ειχαν πιο ψιλα απο πενηνταρικο, μα πιο πολυ μου φανηκε πως ειχε ζηλεψει κ τα ειχε βαλει με τη μοναξια του. το ζευγαρι το ξαναειδα εξω απο τη διπλανη μου πολυκατοικια. ο γνωριμος κ μονιμος τρελος της γειτονιας μου καθοταν στα σκαλια της εισοδου κ επινε την μπυρα του. μολις αντικρυσε το ζευγαρι, οσμιστηκε μαλλον στον αερα την επικειμενη ερωτοπαλη τους κ εγκαρδια τους ευχηθηκε "καλα γαμησια". "τι να σου πω τωρα;" του ειπε ενοχλημενη η κοπελια, ενω ο συνοδος της γυρισε το κεφαλι του να δει αν ακουσε κανενας αλλος την ατακα του περιεργου. "τι να μου πεις;" εκεινος της απαντησε, "κ στα δικα μου να μου πεις! καλα δεν λεω, ρε μαστορα;" ο μαστορας ημουν εγω. περασα απο διπλα τους κοιταζοντας διακριτικα τα κλειδια στα χερια μου κ χωθηκα στη δικια μου πολυκατοικια, χωρις να μαθω τη συνεχεια.
λιγο μετα στο διαμερισμα μου, κ ενω ειχα ηδη αρχισει να γραφω αυτην την ιστορια, χτυπησε το τηλεφωνο. ηταν ενας φιλος. "τι κανεις εκει;" με ρωτησε. "τι λες να κανω μονος μου μεσημεριατικα;" του απαντησα. "μαστορευω.."

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

η δυσπιστη μαρια

ενας φιλος συγγραφεας μου αφηγηθηκε χθες μια πολυ παραξενη κ σκοτεινη μεταφυσικη ιστορια, με νεκρους, φαντασματα κ τετοια, την οποια ομως ορκιζεται πως βιωσε σταληθεια. τη μεταφερω εδω με πασα επιφυλαξη κ με δικα μου λογια:

σαββατο βραδυ ο φιλος βγαινει μονος του μια βολτα. παει, καθεται σε ενα μπαρ κ παραγγελνει το ποτο του. δεν προλαβαινει, ομως, να κατεβασει την πρωτη γουλια, οταν ακουει απο το διπλανο σκαμπω μια φωνη να λεει: "το ποτο του κυριου συγγραφεα κερασμενο απο μενα." γυριζει κ βλεπει εναν αγνωστο να του χαμογελαει. ο αγνωστος, πολυ ευγενικα, απολογειται οτι δεν σκοπευει να του χαλασει την ησυχια του κ οτι θελησε μονο να τον κερασει ενα ποτο για να τον ευχαριστησει. "να με ευχαριστησετε για ποιο πραγμα;" ρωταει ο φιλος. "μα, για την τελευταια ιστορια σας", του απανταει ο αλλος. "ηταν ο,τι πιο συναρπαστικο εχω διαβασει τα τελευταια χρονια." ο συγγραφεας δεν θυμαται να εχει γραψει τιποτα που να μπορουσε να χαρακτηριστει ως συναρπαστικο τελευταια, οποτε ζηταει να μαθει σε ποια ακριβως ιστορια αναφερεται. "αυτην με το φαντασμα του ιπποτη", του απανταει ο θαυμαστης του. ο φιλος δεν γραφει ιστοριες με ιπποτες, ποσο μαλλον με φαντασματα ιπποτων, οποτε καταλαβαινει πως εχει γινει παρεξηγηση κ πως τον εχουν περασει για αλλον. ωστοσο, εν μερει επειδη δεν θελει να απογοητευσει τον αγνωστο εν μερει επειδη δεν του τυχαινει κ πολυ συχνα να τον αναγνωριζουνε στα μπαρ κ να τον κερνανε, δεν αποκαλυπτει την αληθεια κ συνεχιζει να απολαμβανει το ποτο κ τον θαυμασμο, χωρις να ντρεπεται που δεν τα αξιζει. "κ τι σας αρεσε πιο πολυ στην ιστορια μου;" ρωταει απο περιεργεια. ο αγνωστος αρχιζει να απαντα κ απο τον ενθουσιασμο του παρασυρεται κ αφηγειται απο μνημης σχεδον ολοκληρη την ιστορια. ο φιλος την ακουει κ του αρεσει. δεν εχει καμια σχεση με αυτα που γραφει ο ιδιος, αλλα πρεπει να το ομολογησει πως ειναι οντως συναρπαστικη κ εξαιρετικα πρωτοτυπη. θελει να μαθει ποιος ειναι ο πραγματικος της δημιουργος κ προσπαθει να το πληροφορηθει με πλαγιο τροπο, ρωτωντας: "αληθεια, σε ποια εκδοση τη διαβασατε;" "α, δεν ηξερα πως την εχετε εκδωσει", του απαντα ο ιδανικος αναγνωστης, "εγω στο ιντερνετ τη βρηκα κ τη διαβασα." ο φιλος κανει κ αλλες προσπαθειες να μαθει περισσοτερα, αλλα δεν τα καταφερνει.
λιγο μετα φτανει η συνοδος του αγνωστου θαυμαστη, μια πολυ ομορφη κ εντυπωσιακη γυναικα. ο αγνωστος, ενθουσιασμενος ακομα, της συστηνει το κατα λαθος ινδαλμα του, λεγοντας: "μαρια, ο κυριος ειναι ο συγγραφεας της ιστοριας που μου εστειλες τις προαλλες να διαβασω. θυμασαι; εκεινη με τον φανταστικο ιπποτη." ο συγγραφεας, χαρουμενος που βλεπει τους θαυμαστες του να διπλασιαζονται, απλωνει το χερι του για χειραψια. το χερι μενει, ομως, μετεωρο, καθως η δυσπιστη μαρια τον σαρωνει με το βλεμμα της απο πανω μεχρι κατω, ωσπου του δινει το χερι της τελικα κ αποφαινεται: "χαρηκα πολυ, κυριε καλβινο. για πεθαμενος εδω κ τριαντα χρονια, μια χαρα κρατιεστε."

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

απο τη μια γεφυρα η αλλη

πηγα χθες παρεα με εναν φιλο μια βολτα ως στον κισσαβο. στην επιστροφη μεσω αγιας ο δρομος μας περνουσε διπλα απο ενα πολυ ομορφο πετρινο τοξωτο γεφυρι. το ειδαμε κ σταματησαμε να το φωτογραφισουμε. οπως εμαθα μετα, το γεφυρι αυτο οι ντοπιοι το λενε "το ευεργετημα" κ το εχτισε ενας κερκυραιος γιατρος στα μεσα του προπροηγουμενου αιωνα. η ιστορια τοσο του γεφυριου οσο κ του γεφυροποιου ειναι πολυ ρομαντικη κ εμπνευστικη. εμενα, ωστοσο, κατα τη διαρκεια της συντομης στασης μας εκει μια αλλη σκεψη με απασχολησε. καποια στιγμη, λοιπον, ενω κρατουσα τη φωτογραφικη μου μηχανη κ το σημαδευα, συνειδητοποιησα οτι για να φωτογραφισω το πετρινο γεφυρι πατουσα πανω σε μια αλλη γεφυρα πολυ νεοτερη του κ τσιμεντενια φυσικα. σκεφτηκα πως οσοι αιωνες κ να περασουν δεν θα βρεθει κανενας σαν κ εμενα, περιεργος περαστικος, να διακοψει την πορεια του για να χαζεψει αυτην την τσιμεντενια γεφυρα. κανεις στο μελλον δεν θα νοιαστει να μαθει το ονομα του ανθρωπου που την εχτισε. κανενας θρυλος δεν προκειται να συνοδευσει την μαλλον ανιαρη της ιστορια. η τσιμεντενια γεφυρα υπαρχει εκει μοναχα για να κανει τη δουλεια της, να αντεχει το βαρος των αυτοκινητων που τη διασχιζουνε κ να μην πλημμυριζει καθε φορα που φουσκωνουν τα νερα του χειμαρρου απο κατω. βεβαια, μετα απο αιωνες μπορει να μην υπαρχει ουτε χειμαρρος ουτε κισσαβος, μπορει ουτε καν πλανητης ή εστω ανθρωποι να κανουν βολτες πανω του. μεχρι τοτε, ομως, ολοι εμεις οι περαστικοι θα πρεπει να συνεχισουμε να κανουμε τη δουλεια μας, αφηνοντας την στους επομενους περαστικους αλλοτε ως ενα πετρινο σπουδαιο ευεργετημα κ αλλοτε ως μια τσιμεντενια ανιαρη, μα παντως αποτελεσματικη, ανωνυμη ιστορια

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

διαγαλαξιακο

καθομαι σε μια καφετερια στον πεζοδρομο. στο διπλανο τραπεζι δυο κοπελες, οριακα ενηλικες, συζητουν. δεν θελω να γινομαι αδιακριτος, αλλα μιλανε τοσο δυνατα που ειναι αδυνατο να το αποφυγω. εχουνε βγει για να τα πουνε κ να δωσει η μια στην αλλη εξηγησεις που, απο ολους τους αντρες της πολης, αυτη πηγε κ τα εφτιαξε με τον πρωην της κολλητης της. "ρε συ, δεν ηξερα οτι τον σκεφτεσαι ακομα", η μια απολογειται, "..εσυ αλλα μου ελεγες." "δεν τον σκεφτομαι", λεει ψεμματα η αλλη, "αλλωστε, εχουμε μια ολοκληρη βδομαδα που χωρισαμε." "ρε φιλη", παιρνει το ρημπαουντ η πρωτη, "δεν θελω να μαλωσουμε για τον μαλακα.. τοσα χρονια, γαμωτο, γνωριζομαστε." φοβαμαι πως εχουμε τοσο διαφορετικη αντιληψη του χρονου, που θα χρειαζομουν οπωσδηποτε εναν καλο διαγαλαξιακο μεταφραστη, εαν για καποιο λογο επρεπε να συνεννοηθω μαζι τους. λιγο μετα χτυπαει ενα τηλεφωνο στο διπλανο τραπεζι. "αυτος ειναι", λεει η μια. "απαντα του", της λεει η αλλη. "οχι, απαντα του εσυ", η μια επιμενει. "οχι, εσυ!", "οχι, εσυ!".. το τηλεφωνο συνεχιζει να χτυπα. κ ενω ο πρωην/νυν των κοριτσιων εξαφανιζεται σιγα-σιγα μεσα σε μια αναμνησιακη σκουληκοτρυπα, εγω εχω αρχισει πια να νοσταλγω σταληθεια τον πλανητη μου